Έντυπο βιβλίο
ISBN 960-221-143-1
12.72€ 9.54€
Διαστάσεις
21Χ14
Σελίδες
227
Έκδοση
1998

Άρχισε να περπατάει πάνω κάτω στο κελί. Εκεί θα πάω, μονολογούσε τώρα φωναχτά, εκεί θα κλάψω, στο χωριό μου. Θα πέσω στο χώμα να το χτυπώ, δε θα μαλακώσει, θα ματώσουμε κι αυτό και γώ. Γη, πουτάνα, γη τι τους θες τόσους ανθρώπους και τους γεννάς σαν δεν μπορείς να τους θρέψεις, σαν δεν μπορείς να τους βοηθήσεις να συναντηθούνε και να μη γυρνούνε έρημοι στον κόσμο;

 

Άκου μήνυμα, αγάπη μου. Τρίτη, 24 του Γενάρη, με πήρε το Λενιό από τη Μίλατο αναστατωμένο, να μου αναγγείλει, τι θαρρείς; Πως ο δυνατός άνεμος ξερίζωσε ένα δέντρο από τον κήπο μου. Ο άνεμος; Ποιος άνεμος, ξαφνιάστηκα. Τι να ’ναι ο άνεμος, πού τον ξανάκουσα; Δε βρίσκομαι χρόνια τώρα κλεισμένη μέσα δω με τούτους τους ανθρώπους; Του μυθιστορήματος, λέω, που τέλειωσε απόψε. Τι; Πώς μπήκε δω ο άνεμος και μου τους παίρνει πάνω από το τραπέζι που δε λέω να ξεκολλήσω, καταπονημένη και τρομαγμένη, πως έτσι και σηκωθώ θα κοπεί ο λώρος, τόσα χρόνια τώρα που οι ήρωές μου και γω ανατινάζαμε τράπεζες, αμερικάνικες βάσεις, κοροϊδεύαμε τους μπάτσους, εκμεταλλευόμαστε ο ένας του άλλου τις ανάγκες, για λίγη αγάπη, λίγη αγάπη, πολλή δικαιοσύνη. Εμένα μου λες! Μόνο το σκηνικό άλλαξε. Ο Προμηθέας μετακόμισε από το βράχο στα Λευκά Κελιά. Ποιος άνεμος, θε μου, τι άνεμος ήταν αυτός που φύσηξε τόσο δυνατά κι έσβησε το σκοπό του τραγουδιού του ήρωα στην τελευταία σελίδα –ήταν τελικά το εύρημά μας, και των δυο μας– μπας κι ακούσουν οι άλλοι, μπας κι αποσπάσει την προσοχή των ανθρώπων που δεν ακούνε πια την εκκωφαντική σιωπή της ανθρώπινης μοναξιάς. Και γω, καθισμένη δω, καμάρωνα τις τελευταίες μεγάλες του δρασκελιές, με τις παλάμες πάνω στον πορτοκαλή καρτονένιο φάκελο, που ’κλεισε και μου ’κλεψε τη συντροφιά του και τη χαρά να νταντεύω την αγιάτρευτη μοναξιά του. Ποιος άνεμος; Και τι θα γίνω τώρα γω, χωρίς την πλάνη πως πολεμώ την αδικία κι αυτή θα μου ορμήξει να με τρυπά από παντού. Ποιο δέντρο; Ειδοποίησε ποτέ κάποιος, κανέναν σας, πως εγώ είμαι δω, ξεριζωμένη από τον Παράδεισο της αδιαφορίας και της άγνοιας; Πως η αγριάδα όλων των ανέμων φυσάει ανειρήνευτα και με διατρυπά, ανυπεράσπιστη; Τι κάνω εδώ, Μαίρη, αγάπη μου, με τα μάτια να
(ένα ατέλειωτο γράμμα)

Για δημοσιογράφους